Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Η συμμορία.

Κάποτε σε μια χώρα μακρινή,ήταν ένας κύριος.Είχε τη σύζυγό του,τα παιδιά του,τους γονείς του.Οικονομικά είχε ευχέρεια,όμως η κρίση τον είχε επηρεάσει,όπως όλους.
Κάποια στιγμή αποφάσισε να νοικιάσει ένα μαγαζί,που είχε στην ιδιοκτησία του,στην πρωτεύουσα,ώστε να του αποφέρει παραπάνω εισόδημα. Ύστερα από ημέρες χτύπησε το τηλέφωνό του,ένας αλλοδαπός τον ενημέρωσε για το ενδιαφέρον του προκειμένου να νοικιάσει το μαγαζί.Κανόνισαν ραντεβού,βρέθηκαν έξω από το μαγαζί.Ο ενδιαφερόμενος ήταν έγχρωμος και του υποσχέθηκε ένα καλό μηνιαίο ποσό.
Μετά από δύο μήνες ο ιδιοκτήτης δεν είχε εισπράξει κανένα ενοίκιο,ενώ του ήταν ακατόρθωτο να εντοπίσει τηλεφωνικά τον νοικάρη.Αποφάσισε,λοιπόν,να επισκεφθεί το μαγαζί για να τον βρει και να διεκδικήσει τα χρωστούμενα.Εκεί συνάντησε 15 αλλοδαπούς.Όταν προσπάθησε να μιλήσει με τον νοικάρη,οι υπόλοιποι του είπαν πως θα έπρεπε να αποχωρήσει από το χώρο και να μην ξαναπατήσει γιατί αλλιώς θα κινδύνευε...
Ο ιδιοκτήτης φρικαρισμένος,σαστισμένος και φοβισμένος πήγε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα.Εκεί ο αστυνομικός διευθυντής τον ενημέρωσε οτι δεν μπορούσε να επέμβει.Εκνευρισμένος αποχώρησε.
Το επόμενο πρωί,μέσω του δικηγόρου του αποτάνθηκε στη δικαιοσύνη,όμως κ εκεί τον ενημέρωσαν πως οι αποφάσεις του δικαστηρίου και του εισαγγελέα ίσως να καθυστερήσουν ακόμη και παραπάνω από ένα χρόνο.
Ο ιδιοκτήτης είχε στενοχωρηθεί πολύ,τα οικονομικά του περιθώρια στένευαν μήνα με το μήνα κι είχε φτάσει σε απόγνωση,ενώ καταλάβαινε οτι η δικαιοσύνη είναι κάτι πολύ ουτοπικό για την κοινωνία του.
Ένα απόγευμα γυρνώντας από τη δουλειά του,συνάντησε έναν παλιό γνωστό,αποφάσισαν να πάνε για ένα γρήγορο καφέ.Συζήτησαν για τα νέα τους,τα προβλήματα τους και τα τεκταινόμενα του τόπου τους.Ώσπου η συζήτηση έφτασε στο υπό κατάληψη μαγαζί του ιδιοκτήτη.Κάπου εκεί ο παλιόφιλος του έδωσε ένα τηλέφωνο λέγοντας του πως αν καλέσει εκεί θα λύσει το πρόβλημά του.Τον ευχαρίστησε κι αποχωρίστηκαν.
Συγκλονισμένος και με τις ελπίδες του αναπυρωμένες,κάλεσε.Έδωσε τα στοιχεία της διεύθυνσης του μαγαζιού και η φωνή τον διαβεβαίωσε πως το πρόβλημά του θα λυθεί στις επόμενες ημέρες.
Μετά από δύο-τρεις ημέρες,το απόγευμα,χτύπησε το κουδούνι του.Ανοίγοντας την πόρτα της μονοκατοικίας του αντίκρισε 20 άτομα ελαφρώς οπλισμένα με εθνικιστικές σημαίες και φασιστικά σύμβολα,να του έχουν φέρει δεμένους τους αλλοδαπούς που είχαν υπό κατάληψη το μαγαζί του εδώ και τρεις μήνες.Οι αλλοδαποί φοβισμένοι του ζήτησαν συγγνώμη και του είπαν οτι ήταν στη δικαιοδοσία του πλέον η τύχη τους,αν δηλαδή θα αφήνονταν ελεύθεροι ή αν θα τους τιμωρούσε η εθνικιστική συμμορία.

Αυτή είναι η αποτύπωση της πραγματικότητας σε μία χώρα πολύ μακρινή.Οπού η δημοκρατία και τα μέσα της έχουν πάψει να λειτουργούν,που η ανομία έχει φτάσει στο κατακόρυφο.Είναι μία χώρα που δοκιμάζεται από οικονομικά προβλήματα,που θα έχει σε λίγο καιρό εκλογές και οι πολίτες της φοβισμένοι,αλλοτριωμένοι και αποπροσανατολισμένοι θα δώσουν το δικαίωμα στη συμμορία που προανέφερα να εισέλθει στον κοινοβουλευτικό βίο.Θα δώσουν το δικαίωμα στους φασίστες να αποφασίζουν για το ''ποιοι'' και ''πως'' πρέπει να τιμωρηθούν,εν απουσία της νόμιμης δικαιοσύνης.
Και αν μετά τους μετανάστες,τους οποίους τόσα χρόνια εκμεταλλεύονταν όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας,αποφασίσει αυτή η συμμορία οτι είναι υπαίτιοι κι οι διαφορετικών πεποιθήσεων πολίτες της χώρας αυτής;Ποιός θα είναι,τότε, αυτός που θα αποφασίσει το σωστό και το άδικο;Το νόμιμο και το άνομο;Θα σας άρεσε να ζήσετε σε μια τέτοια χώρα;

Οποιαδήποτε παρομοίωση με αντίστοιχο πραγματικό γεγονός ας θεωρηθεί τυχαία και για όσους σκεφτείτε οτι μπορεί αυτό το παράδειγμα να είναι η χώρα μας,μην χαραμίζετε το χρόνο σας...Άλλωστε θα το δούμε με τα ίδια μας τα μάτια.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

3o Μέρος ''Συνωστισμένες σκέψεις''

Το επόμενο πρωί όλα ήταν διαφορετικά.Η Μ. είχε ξυπνήσει από νωρίς.Την είχα μεταφέρει στο σπίτι μας.
Ένα σπίτι ξύλινο με έναν όμορφο καφέ καναπέ,τον οποίο πάντα σκεπάζαμε με ένα ίδιου χρώματος πανί,όχι για να μην λερωθεί,αλλά για να μην φαίνονται τα σκισίματα των καθισμάτων του.Ένα σιδερένιο κρεβάτι το οποίο βρισκόταν στη σοφίτα του ημιορόφου και σε κάθε κίνηση έτριζε.
Καθόταν εκεί στο αγαπημένο της παράθυρο,δίπλα από τον καναπέ,χαμένη στις σκέψεις.Ήξερα πως τα λόγια ήταν περιττά.Σηκώθηκα σιωπηλά από το κρεβάτι και την κοιτούσα,χωρίς να με έχει αντιληφθεί.Ένιωθα περίεργα,ήθελα να σταματήσω το χρόνο.Γνώριζα πως ο χρόνος μας τελείωνε κι ήθελα να απολαύσω κάθε τελευταία στιγμή κοινής μας παρουσίας στο σπίτι.
Οι κόκκοι της κλεψύδρας έφταναν στο τέλος τους και δεν υπήρχε κανείς να την γυρίσει ανάποδα.Δεν μπορώ να υπολογίσω πόση ώρα μετά,σήκωσε τη κόκκινη βαλίτσα της,έπιασε την ομπρέλα της,γύρισε με κοίταξε,(εκεί κατάλαβα πως είχε νιώσει την ματιά μου αρκετή ώρα,αλλά ίσως να ήταν χαμένη στη δική της νιρβάνα των αναμνήσεων),οι ματιές μας διασταυρώθηκαν για λίγα δευτερόλεπτα.Ύστερα χάθηκε κλείνοντας την πόρτα.
Μάζεψα τα πράγματα μου γρήγορα κι έφυγα με τη σειρά μου χωρίς να ρίξω ματιά πίσω μου.Ήταν η τελευταία φορά που ''αντίκρισα'' την Μιζέρια.
ΤΕΛΟΣ